ομφαλοκήλη

Μία ομφαλοκήλη εμφανίζεται όταν μέρος του εντέρου ή του λιπώδους ιστού διογκώνεται μέσα από ένα αδύναμο σημείο του κοιλιακού τοιχώματος είτε στην περιοχή του ομφαλού (κλασική ομφαλοκήλη) ή λίγο πιο κάτω από αυτόν (παρομφαλική κήλη). Εντοπίζεται ως ένα εξόγκωμα που διαταράσσει την εικόνα του ομφαλού, ενώ εμποδίζει την εμφάνιση της χαρακτηριστικής εσοχής αυτού.

Η ομφαλοκήλη εντοπίζεται συχνά και είναι τυπικά αβλαβής. Συνήθως αποτελεί τυπικό φαινόμενο σε νεογέννητα και βρέφη, όπου συνήθως υποχωρεί χωρίς κάποια παρέμβαση κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους της ζωής τους. Τα πρόωρα γεννημένα βρέφη ή τα νεογνά που γεννιούνται με ελλιπές βάρος έχουν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν αυτό το είδος κήλης. Αυτό συμβαίνει γιατί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ο ομφάλιος λώρος περνά μέσα από ένα άνοιγμα στην κοιλιά του μωρού. Το άνοιγμα αυτό θα πρέπει να κλείσει λίγο μετά τη γέννηση, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις δεν κλείνει εντελώς. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να εξωθηθεί μέσα από αυτό άνοιγμα τμήμα του λιπώδους ιστού ή του εντέρου, με αποτέλεσμα τον σχηματισμό κήλης.

Οι ενήλικες εμφανίζουν συνήθως παρομφαλική κήλη, η οποία σχηματίζεται εξαιτίας της χαλάρωσης της κοιλιακής περιοχής και της εξασθένησης του κοιλιακού τοιχώματος σε συνάρτηση με την αύξηση της πίεσης στην ενδοκοιλιακή περιοχή γύρω από την περιοχή του ομφαλού. Οι γυναίκες, και ιδίως εκείνες που έχουν υποβληθεί σε διαδοχικούς τοκετούς ή τοκετούς διδύμων ή τριδύμων έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες εμφάνισης ομφαλοκήλης. Άλλοι παράγοντες που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο ανάπτυξης μιας τέτοιας κήλης είναι η παχυσαρκία ή οι απότομες μεταβολές στο σωματικό βάρος, η κληρονομική προδιάθεση, ο χρόνιος βήχας, η χειρωνακτική εργασία και η δυσκοιλιότητα.

Το βασικό σύμπτωμα που υποδεικνύει την ύπαρξη ομφαλοκήλης είναι το πρήξιμο και η διόγκωση της περιοχής του ομφαλού. Στην περίπτωση των βρεφών μια τέτοια πάθηση είναι συνήθως ανώδυνη, ωστόσο οι ενήλικες μπορεί να εκδηλώσουν πόνο, αίσθημα καύσου ή δυσφορία. Η κήλη μπορεί να εξαφανίζεται όταν ο ασθενής ξαπλώνει, και να διογκώνεται όταν πραγματοποιεί κινήσεις μέσω του βήχα ή του γέλιου. Σε περίπτωση που εκδηλωθούν εντερικές διαταραχές, ναυτία ή πυρετός, τότε υπάρχει ενδεχόμενο εμφάνισης περισφιγμένης ομφαλοκήλης, η οποία χρήζει άμεσης χειρουργικής αντιμετώπισης προς αποφυγή ισχαιμίας και νέκρωσης της πάσχουσας περιοχής.

Η ομφαλοκήλη, εάν εμφανίσει συμπτώματα, χρειάζεται να αντιμετωπιστεί χειρουργικά. Ο αρμόδιος χειρουργός αναλαμβάνει να κλείσει το χάσμα της κήλης είτε με ανοιχτό χειρουργείο είτε λαπαροσκοπικά. Ανοιχτό χειρουργείο πραγματοποιείται σε περίπτωση που είτε η ομφαλοκήλη είναι πολύ μικρή ή σε ασθενή στον οποίο δε μπορεί να χορηγηθεί γενική αναισθησία λόγω προχωρημένης ηλικίας ή ύπαρξης σοβαρών ιατρικών προβλημάτων, οπότε προτιμάται η τοπική ή η ραχιαία αναισθησία.

Γενικότερα συνιστάται η λαπαροσκοπική προσέγγιση, η οποία αποτελεί την πλέον ενδεδειγμένη μέθοδο για την οριστική αποκατάσταση της ομφαλοκήλης. Η εισαγωγή του λαπαροσκοπίου, δηλαδή μιας κάμερας υψηλής ευκρίνειας, παρέχει μέγιστη ορατότητα στην περιοχή όπου βρίσκεται η ομφαλοκήλη, και στη συνέχεια πραγματοποιείται η αποκατάστασή της με ενδοσκοπικά εργαλεία. Στην πάσχουσα περιοχή τοποθετείται έπειτα ένα συνθετικό πλέγμα το οποίο συρράφεται ώστε να ενισχύσει το αδύναμο σημείο και να αποτρέψει την επανεμφάνιση του προβλήματος. Η λαπαροσκοπική μέθοδος έχει ως αποτέλεσμα μειωμένο πόνο του ασθενούς μετεγχειρητικά, ταχύτερη ανάρρωση κι επιστροφή στις καθημερινές δραστηριότητες, και άρτιο αισθητικό αποτέλεσμα χωρίς ουλές.